Ως  biofeedback ή βιοανατροφοδότηση ορίζεται η χρήση σύγχρονων συσκευών που δίνουν στο άτομο καλύτερη συνεχή πληροφορία για μία συγκεκριμένη φυσιολογική λειτουργία που είναι υπό τον έλεγχο του νευρικού συστήματος αλλά δεν γίνεται εύκολα ή απόλυτα αισθητή. Στην ορολογία των σερβοσυστημάτων αυτή η πληροφορία λέγεται ανάδραση. Όταν η πληροφορία αναφέρεται σε βιολογικές λειτουργίες λέγεται βιοανάδραση.

Αν και η ελληνική λέξη «ανάδραση» ερμηνεύει σωστά την έννοια του «feedback» στα μηχανικά συστήματα, τα οποία απλώς αντιδρούν, στον ανθρώπινο οργανισμό όμως, όπου μεσολαβεί η επεξεργασία της ανατροφοδοτούμενης πληροφορίας από τον γνωστικό εγκεφαλικό μηχανισμό, είναι πιο δόκιμος ο όρος «ανατροφοδότηση»: περιγράφει καλύτερα την έννοια της απάντησης βάσει της επίδρασης που ασκεί η ανάδραση στον υπό εκπαίδευση οργανισμό.

Το EMG biofeedback χρησιμοποιείται από δύο ξεχωριστές κλινικές ομάδες θεραπευτών: αυτούς που ασχολούνται με ψυχοφυσιολογικές και ψυχογενείς δυσλειτουργίες και αυτούς που ασχολούνται με την αποκατάσταση οργανικών παθήσεων.

  • Στην πρώτη κατηγορία το ΗΜΓ biofeedback χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση καταστάσεων όπως κεφαλαλγίες τύπου τάσης, κροταφογναθικό σύνδρομο, καταπολέμηση άγχους και εκπαίδευση σε τεχνικές χαλάρωσης.
  • Στη δεύτερη κατηγορία, τον τομέα της νευρομυϊκής αποκατάστασης  το EMG biofeedback φαίνεται να προσφέρει ταχύτερη και σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση της μυικής δύναμης συνδυαζόμενο με άλλες παραδοσιακές μορφές φυσικοθεραπείας. Επιτυχώς χρησιμοποιείται στην μυική επανεκπαίδευση και μυική ενδυνάμωση ημιπληγικών ασθενών, μετεγχειρητικών ασθενών, ασθενών με χρόνιο σπονδυλικό πόνο, ασθενών με κάκωση νωτιαίου μυελού, με νευρογενή κύστη, σπαστική διπληγία, τραυματισμούς νεύρων, πολιομυελίτιδα, νόσο του Πάρκινσον, γραφικό σπασμό, μεταθέσεις τενόντων, σύνδρομο Guillain-Barre και εκλεκτική επανεκπαίδευση του έσω πλατέος μυός στην χονδροπάθεια της επιγονατίδος κ.α.

Στην κλινική πράξη, η θεραπεία του biofeedback χορηγείται με την ακόλουθη διαδοχή σταδίων:

(α) εκπαιδεύοντας τον ασθενή να αποκτήσει μια αυξημένη αντίληψη της συγκεκριμένης φυσιολογικής λειτουργίας, και
(β) διδάσκοντας τον ασθενή να ελέγχει εκούσια την φυσιολογική λειτουργία με την βοήθεια του biofeedback.
(γ) εμπέδωση του εκπαιδευθέντος ελέγχου στις δραστηριότητες καθημερινής ζωής του ασθενούς.

Με την θεαματική εξέλιξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών και την ένταξη των ολοκληρωμένων κυκλωμάτων σε συσκευές biofeedback της τελευταίας δεκαετίας, που επιτρέπουν ακριβέστερες και ταχύτερες μετρήσεις βιολογικών λειτουργιών, βλέπουμε ότι το biofeedback προσφέρεται ως θεραπεία επιλογής σε όλο και περισσότερες κλινικές εφαρμογές αποκατάστασης  του νευρομυϊκού συστήματος.